Υπάρχει ένα τραγούδι μας που λέγεται «περάσματα» το οποίο κρύβει έναν από τους πιο όμορφους στίχους που έχω τραγουδήσει ή έχω διαβάσει ποτέ: «Ταξίδια μέσα από κορμιά που ξέρουν να κρατάνε, με το’να χέρι τη χαρά με τ’αλλο να πονάνε». Φυσικά, δεν το γνωρίζετε αλλά κάθε φορά που το τραγουδάω νοιώθω ένα ρίγος στο κορμί μου. Πόση αλήθεια φανερώνουν αυτά τα λόγια! Κάθε φορά που τραγουδάω αυτά τα λόγια μου έρχονται στο μυαλό πρόσωπα, γυναίκες (πιο συχνά) και άνδρες (φίλοι-γνωστοί) ή και άτομα της οικογένειάς μου που πλήγωσα ή με έχουν πληγώσει. Η ζωή μας δεν είναι παρά ένα μεγάλο ταξίδι σε σχέσεις μέσα από τις οποίες πληγωνόμαστε ή πληγώνουμε…και μέσα από αυτόν τον πόνο μεγαλώνουμε.

Το γνωρίζω ότι δεν είμαι το καλύτερο άτομο στον κόσμο. Έχω πληγώσει πολύ κόσμο. Έχω στεναχωρήσει πολλές γυναίκες (και άνδρες…) και είμαι ένα από αυτά τα άτομα που θα προτιμούσαν να πληγώνονται παρά να πληγώνουν γιατί το αίσθημα της ενοχής αφενός με βαραίνει αφάνταστα και αφετέρου θεωρώ (σαδομαζοχιστικά και καλλιτεχνικά) ότι όταν σε πληγώνουν ο πόνος γεννά τόσο δυνατά συναισθήματα τα οποία γεννούν με τη σειρά τους τα πιο όμορφα ποιήματα ή τραγούδια! Παραδείγματος χάριν μία ερωτική απογοήτευση ή μία απώλεια μπορεί να προκαλεί πόνο αλλά…η γέννα (ο ερχομός της ζωής) από μόνη της δεν συνεπάγεται πόνο;

Ας μην πολυλογώ όμως και ας πάω στο ψητό, πώς γεννήθηκε αυτό το τραγούδι. Το «περάσματα» είναι χαρακτηριστική περίπτωση τραγουδιού όπου ένα μεγαλειώδες ποίημα χάνει την αξία του λόγω μίας όχι και τόσο καλής μελοποίησης…Παράδοξο ε; Να κατηγορώ μία σύνθεση στην οποία εμπλέκομαι κι εγώ! Όχι παιδιά δεν μετανιώνω για το τραγούδι, αντίθετα μάλιστα μου αρέσει. Απλά συνειδητοποιώ ότι η γρήγορη ροή του λόγου, ο τρόπος που το μελοποιήσαμε είναι τόσο ταχύς, που αμφιβάλω αν ποτέ κάποιος μπόρεσε να παρατηρήσει τη βαρύτητα της έννοιας του ποιήματος.

Το ποίημα γράφτηκε από τη φίλη μου Μαριάνα Πλιάκου η οποία εδώ και μερικά χρόνια ζει στην Αγγλία. Είναι μία τρομερή ποιήτρια, ονειροπόλος και αγωνίστρια. Την περίοδο που γράφαμε το λευκό άλμπουμ ήμασταν συνάδελφοι στην πρωινή μου δουλειά και όπως έχω ξαναγράψει , οι chroma είμαστε πολύ ανοιχτοί σε γραφές και ποιήματα απλών ανθρώπων γιατί πολύ απλά, όταν ένας ερασιτέχνης καταλήγει να γράψει…τότε σημαίνει ότι έχει ανάγκη να γράψει..να αποτυπώσει συναισθήματα…δεν το κάνει από ρουτίνα… Κάτι τον καίει! Η Μαριάννα έγραφε πολύ. Οι σκέψεις της αναζητούσαν διεξόδους. Ήθελαν να γίνουν κραυγές. Μία μέρα λοιπόν μου έδωσε κάποια από τα ποιήματά της τα οποία πίστευε ότι μπορούσανν να μελοποιηθούν. Δύο από εκείνα τα ποιήματα έγινα τελικά τραγούδια. Το «τα λόγια» και το «περάσματα».

Εκείνη την περίοδο άκουγα πολύ placebo και επηρεασμένος και από μία διαφήμιση της vodafone έπαιζα κάποια ριφάκια τα οποία κολλούσαν με κάποιους από τους στίχους της. Θα μου πείτε τι σχέση έχει τι άκουγες! Έχει σχέση γιατί επηρεάστηκα στην αρχική γραφή του τραγουδιού.

Το ποίημα φυσικά δεν είχε ρεφρέν. Θεώρησα ότι το σημείο με το πιο δυνατό μήνυμα όφειλε να γίνει ρεφρέν. Παραδόξως όμως το πιο δυνατό σημείο έγινε η γέφυρα του τραγουδιού!

Από εκεί και πέρα παρουσίασα το τραγούδι στα παιδιά μετά το τέλος μίας πρόβας. Τότε κάναμε πρόβες σε ένα διαμέρισμα που το είχαμε μετατρέψει σε στούντιο κάπου στα άνω Λαδάδικα. Ο Φάνης τότε ήταν Αγγλία και στην κιθάρα συμμετείχε ο Μανώλης Χαλυβίδης ενώ ακόμα είχαμε πλήκτρα στη σύνθεσή μας (Πάνος Σκαρλάτος).

Το «περάσματα» ήταν μία ιδέα. Δεν είχε ξεκάθαρη δομή. Είναι ένα από τα λίγα τραγούδια στη δημιουργία του οποίου συνετέλεσαν όλα τα μέλη των τότε chroma. Το σημείο με τα φωνητικά π.χ. ήταν ιδέα του Πάνου.

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε αρχικά στο home στούντιο του Simon και το στείλαμε ως υποψήφιο στο διαγωνισμό τραγουδιού Θεσσαλονίκης όπου και δεν επιλέχθηκε στην τελική φάση.

Μετά από ένα χρόνο το ηχογραφήσαμε ξανά στο στούντιο Magnanimus με παραγωγό τον Γιώργο Πεντζίκη έτσι ώστε ο ήχος να είναι πιο φυσικός και να δένει και με τα υπόλοιπα τραγούδια. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ηχογραφήσεων κάποιοι από τους στίχους άλλαξαν προκειμένου το νόημα να γίνεται αντιληπτό διότι το αρχικό ποίημα χρησιμοποιούσε λέξεις ή φράσεις όπως «συναισθημάτων ορμαθούς» ακατανόητες για τον ακροατή (σε αντίθεση με τον αναγνώστη οποίος έχει την άνεση του να συνειδητοποιήσει τι διαβάζει). Με αυτό το τραγούδι καταλάβαμε ότι ένα καλό ποίημα δεν γίνεται πάντα και ένα καλό τραγούδι. Τα τραγούδια πρέπει να είναι πιο απλά γιατί η ομιλία είναι διαφορετική από την ανάγνωση.

Δεν ξέρω γιατί αλλά τότε πιστέψαμε σε αυτό το τραγούδι. Απόδειξη άλλωστε είναι ότι  επιλέξαμε να το τραγουδήσουμε στην εμφάνισή μας στο Ράδιο Αρβύλα.

Ανακεφαλαίωση. Το «περάσματα» μετά από τόσα χρόνια παραμένει σταθερά στην playlist των live μας. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι εδώ και τόσα χρόνια μεταλλάσσεται ενορχηστρωτικά. Είναι πολύ διαφορετικός τρόπος που το παίζουμε τώρα από ότι πριν 2, 3 ή 5 χρόνια. Το τραγούδι είναι ένας ρευστός ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται μαζί μας. Οφείλω να πω ότι η τελευταία εκτελεστική προσέγγιση (όπως το παίζουμε δηλαδή στα τελευταία Live) είναι η αγαπημένη μας…

Όπως και να’χει, η δύναμη αυτού του τραγουδιού βρίσκεται στους στίχους που ανέφερα παραπάνω. Πληγώνουμε και πληγωνόμαστε…και έτσι πορευόμαστε στη ζωή.

Καλή χρονιά και ευτυχισμένο το 2017!

Αγάπη από τους Chroma!

Σαν ταξιδιώτης αχθοφόρος
Που αγνοεί προορισμούς
Άγνωστου πόθου δορυφόρος
Σ’ άγνωστης μοίρας ορισμούς.

Ταξίδια μέσα από κορμιά
Που ξέρουν να κρατάνε
Με το’ να χέρι τη χαρά
Με τ’ άλλο να πονάνε.

Περάσματα που σ’ οδηγούν
Μια σε νησιά και μια σ’ ερήμους
Δέσμες χρωμάτων που κυλούν
Κι όλο αναβοσβήνουν.

Διαβατήριο που λήγει κουβαλάς
Μάτια που γνωρίζουν
Μέσα στη μοναξιά ζητάς
Αυτούς που τα μεγάλα αγγίζουν.

Σαν ταξιδιώτης δίχως χάρτη
Διχως σημαίες ή οπαδούς
Ψάχνεις ακόμη την Ιθάκη
Μέσα στα πέρατα του νου

Ταξίδια μέσα από κορμιά
Που ξέρουν να κρατάνε
Με το’ να χέρι τη χαρά
Με τ’ άλλο να πονάνε.

Περάσματα που σ’ οδηγούν
Μια σε νησιά και μια σ’ ερήμους
Δέσμες χρωμάτων που κυλούν
Κι όλο αναβοσβήνουν.

Διαβατήριο που λήγει κουβαλάς
Μάτια που γνωρίζουν
Μέσα στη μοναξιά ζητάς
Αυτούς που τα μεγάλα αγγίζουν.

Κι όλο αναβοσβήνουν…

Περάσματα που σ’ οδηγούν
Μια σε νησιά και μια σ’ ερήμους
Δέσμες χρωμάτων που κυλούν
Κι όλο αναβοσβήνουν.