Έχω ένα χαρακτηριστικό να μην πετάω πράγματα εύκολα. Εντάξει, μην φανταστείτε ότι το σπίτι μου είναι γεμάτο άχρηστα αντικείμενα και σκουπίδια αλλά, ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι θα πετάξω κάτι όταν πιστέψω ότι όντως ήρθε η ώρα του να πεταχτεί, όντως ήρθε η ώρα του να πεθάνει.

Που θέλω να καταλήξω; Ενίοτε τα παιδιά στέλνουν ιδέες, μελωδίες, στίχους, φράσεις… Έχω ένα αρχείο και τις κρατάω, τις αρχειοποιώ. Κάποια στιγμή θα έρθει και για αυτές η ώρα που μπορεί να βρουν το άλλο τους μισό. Μία μελωδία μπορεί να κολλήσει με στίχους, μία φράση μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για τη γέννηση ενός τραγουδιού.

Έτσι λοιπόν κάποτε ο Μανώλης είχε στείλει κάτι στίχους που είχε γράψει λέγοντας ότι «έγραψα κάτι αλλά μπορεί να είναι και βλακεία». Εγώ κλασσικά τους κράτησα στο αρχείο του υπολογιστή.

Μία νύχτα έπαιζα κάτι στη κιθάρα και από τεμπελιά στο να γράψω στίχους σκέφτηκα να κοιτάξω το αρχείο μου. Τσουπ, πέφτω στους στίχους του Μανώλη. Τους δοκιμάζω και…ναι, κόλλησαν τέλεια!

Τον φωνάζω σπίτι. Πίναμε καφέ, μπύρες, μιλούσαμε…τέλος πάντων δε θυμάμαι, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και του λέω… «άκου και ένα καινούριο τραγούδι που έγραψα». Το παίζω, το ακούει…ησυχία. «Καλό;» τον ρωτάω. «Καλό…» μου απαντάει. Γελάω και τον ρωτάω «Δεν σου θυμίζουν κάτι οι στίχοι;» … «Όχι…» μου απαντάει. Τα γέλια μου έγιναν ακόμα πιο δυνατά. «Εσύ τους έγραψες…είναι από αυτά που μου στέλνεις και μετά τα ξεχνάς…».  Άρχισε να γελάει και αυτός…δεν το πίστευε…

Έτσι λοιπόν γεννήθηκε το «όνειρο». Ένα αισιόδοξο τραγούδι από έναν υπεραισιόδοξο άνθρωπο όπως είναι ο Μανώλης (σε αντίθεση με την υποβόσκουσα απαισιοδοξία που έχω εγώ).

Το πρόβλημα όμως με το τραγούδι ήταν ότι ήταν μεζεδάκι…μικρό… Ήθελε κάτι ακόμα…

Ήταν η εποχή που άκουγα το X&Y των Coldplay. Καλούτσικος δίσκος με το υπερ-χιτ  fix you. Μου άρεσε πολύ η ιδέα της συνέχειας του τραγουδιού ενώ περιμένεις ότι θα τελειώσει. Ένα τραγούδι μέσα σε ένα άλλο τραγούδι. Μου άρεσε αυτό το crescendo, η επαναλαμβανόμενη μελωδία που μεταβάλλεται σε σταδιακή κορύφωση.

Έτσι, ενώ πρόβαρα το «όνειρο» για να το παρουσιάσω στους υπόλοιπους, συνειδητοποιώ ότι η Φα ματζόρε του τέλους ουσιαστικά ήταν μετέωρη…ζητούσε συνέχεια. Οπότε, να και μία Σολ ματζόρε, να και μία Σι ύφεση ματζόρε, να και μία Ντο ματζόρε…έγινε ένας κύκλος από ματζόρια (υπεραισιοδοξία) που θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν ρεφρέν.

Το τραγούδι χτίστηκε μέσα από τις ηχογραφήσεις του πρώτου άλμπουμ. Οι συνθήκες ήταν όμορφες τότε. Περνούσαμε καλά. Φωτογραφίες στις ηχογραφήσεις, όρεξη, καλαμπούρια με τον Πεντζίκη (ο παραγωγός μας).

Λοιπόν, για να μην παρεκτρέπομαι πάω πίσω στο τραγούδι. Τη βασική ακουστική κιθάρα την έγραψε ο Φάνης. Η μελωδία που ηχογραφήθηκε είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου πρωτόλεια. Την έκανε περίτεχνα πιο πολύπλοκη προσθέτοντας μερικά λεγκάτα και παίζοντας τις συγχορδίες στη μέση του τάστου.

Ο Μανώλης έπαιξε τις χαοτικές α λα Neil Young ηλεκτρικές κιθάρες οι οποίες ήταν ιδέα του Γιώργου Πεντζίκη όπως και το hammond – το οποίο φυσικά έπαιξε ο ίδιος (ο Πεντζίκης) γιατί πολύ απλά είναι παίχτουρας στα πλήκτρα…

Πάμε τώρα στο καλό της υπόθεσης.

Χρειαζόμασταν ένα μήνυμα για το επαναλαμβανόμενο τέλος. Έχω μία διάλειψη μνήμης αλλά κατά κάποιον τρόπο καταλήξαμε στο «μη φοβάσαι τη ζωή». Δεν θυμάμαι πως… Το τραγούδι ήταν έτοιμο και τότε πετάει ο Πεντζίκης την ιδέα ότι θα μπορούσε αυτό το μήνυμα να το πει κάποιος… κάποιος γνωστός είπε…σαν συμβουλή προς εμάς. «Εντάξει», του είπαμε… «αν βρεις κάποιον καλώς».

Ο Πεντζίκης γενικά έχει πάρα πολλούς γνωστούς στο ελληνικό τραγούδι. Ή καλύτερα…ας πούμε ότι τους ξέρει όλους. Έτσι λοιπόν έρχεται σε επικοινωνία με τον Κραουνάκη (δεν φοβάμαι να το πω, άλλωστε δεν θίγω κανέναν) για να ηχογραφήσει αυτός το «μήνυμα» και κανονίζουν ηχογράφηση στην Αθήνα. Δεν θυμάμαι τι έτος ήταν…μάλλον 2008 αλλά θυμάμαι ότι ήταν φθινόπωρο…αρχές φθινοπώρου, όμορφος καιρός. Ο Πεντζίκης κατέβηκε με τη σύζυγό του στην Αθήνα μία μέρα πρωτύτερα της ηχογράφησης και εγώ κανόνισα άδεια από την πρωϊνή μου δουλειά. Παίρνω αεροπλάνο, φτάνω στο στούντιο (ήταν κιόλας ένα από τα καλύτερα και ιστορικότερα της Αθήνας) αλλά δεν ήταν κανένας. Ρωτάω αν έχουν έρθει όλοι και ότι πρόκειται να ηχογραφήσουμε κάτι με τον Κραουνάκη αλλά με ενημερώνουν ότι η ηχογράφηση είναι για την επόμενη μέρα! Πάγωσα…είχα πάρει μόνο μία μέρα άδεια! Παίρνω τον Πεντζίκη και μου λέει να τον συναντήσω στο ξενοδοχείο τους στο Κολονάκι. Φτάνω στο ξενοδοχείο, ήταν εκεί με μία μεγάλη παρέα, κυριλέ καταστάσεις, χαρούμενοι όλοι (ένας από την παρέα έπινε κιόλας ουίσκι…). Εγώ είχα άγχος. Εξηγώ στον Πεντζίκη ότι δεν μπορώ να μείνω μία επιπλέον μέρα και μου σκάει την ιστορία ότι έχει μία καλύτερη ιδέα και να μην ανησυχώ. Είχε μιλήσει πιο πριν με κάποιον της δισκογραφίας (πολύ γνωστό όνομα από εκπομπές τύπου talent shows) και του είπε ότι το τραγούδι θα ήταν κουτί για να το τραγουδήσει ο «γέρος της νιότης»…ο Σαββόπουλος! «Ω ρε μάγκα μου» λέω από μέσα μου «που θα τον βρούμε αυτόν…και να τον βρούμε πότε θα ηχογραφήσει;»… «Εμπιστεύσου με» λέει ο Πεντζίκης «απόλαυσε τη μέρα»…

Όντως, εκείνη την ημέρα θα την θυμάμαι για πάντα γιατί εν τέλει πέρασα τέλεια. Κάναμε τη βόλτα μας στην Αθήνα και πήραμε το δρόμο της επιστροφής με το αμάξι κάνοντας μία στάση για φαγητό σε μία υπερ-ψαροταβέρνα κάπου στο χωριό Αχλάδι της Στυλίδας. Ο καιρός ήταν τέλειος, φάγαμε τις ψαρούκλες μας και διασκεδάζαμε με τις ιστορίες του Πεντζίκη. Το πιο αστείο ήταν ότι κάποια στιγμή περνούσαν κάτι γίδια και έτρεξε να τα φωτογραφήσει λες και δεν θα υπήρχε αύριο. Τρελός άνθρωπος..έχει το γέλιο του (πάντα με μία φωτογραφική μηχανή στο χέρι). Τέλος, μου έκανε εντύπωση πως ουδεμία στιγμή καθοδόν δεν ακούσαμε μουσική! Μόνο μιλούσε και έλεγε ιστορίες…άπειρες ιστορίες!

Για να μην σας κουράζω όμως, ο Γιώργος είχε μιλήσει με τον Σαββόπουλο. Αυτή την φορά δεν κατεβήκαμε Αθήνα. Έγινε η άνοστη, άχρωμη, αντισεξουαλική συνεννόηση «σου στέλνω τα αρχεία και ηχογράφησε»…ήταν όμως αποτελεσματική. Το κακό όμως ήταν ότι δεν τον γνωρίσαμε τότε, δεν έχουμε ούτε μία φωτογραφία από αυτή τη συνεργασία μας. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να συναντηθούμε με τον Μανώλη με τον Σαββόπουλο και να του πούμε ένα ευχαριστώ.

Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι τα προβλήματα αυτού του τραγουδιού είχαν και συνέχεια. Αφότου ηχογραφήθηκε το τραγούδι ο Σαββόπουλος ενημέρωσε ότι δεν θα ήθελε να αναγραφεί το όνομά του στο δίσκο διότι η εταιρία του δεν επέτρεπε συνεργασίες εκείνη την περίοδο. Οπότε, και στο δίσκο απλά τον ευχαριστούμε αναφέροντας τον ως «γέρο της νιότης». Έπρεπε πάλι να περάσουν πολλά χρόνια για να ανεβάσουμε επίσημα το τραγούδι αναφέροντάς τον στα credits.

Τελειώνοντας…το τραγούδι δεν είχε την επιτυχία που φανταζόμασταν. Παρόλα αυτά, είναι ένα τραγούδι που μου χάρισε μία μέρα που θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή και αυτό από μόνο του είναι κάτι. Είναι ένα αισιόδοξο τραγούδι που έγραψε στίχους ο Μανώλης. Είναι ένα τραγούδι στο οποίο ο Φάνης μετάλλαξε το βασικό ριφάκι (παρεμπιπτόντως ο Φάνης τότε ζούσε Αγγλία…ότι ηχογραφήσεις έκανε, τις έκανε εντός μίας εβδομάδας που είχε έρθει για επίσκεψη). Είναι ένα τραγούδι στο οποίο συμμετείχε ο Διονύσης Σαββόπουλος και αυτό είναι τιμή από μόνο του… Είναι ένα τραγούδι στο οποίο όλοι μαζί τραγουδάμε μη φοβάσαι τη ζωή και πολλές φορές μου μιλάει υποσυνείδητα όταν κωλώνω…

Ελπίζω να μιλήσει και σε εσάς…όπως γράφει άλλωστε και η Σώτη Τριανταφύλλου στο βιβλίο της, Φτωχή Μάργκο, «να κάνεις αυτό που φοβάσαι».