Βαβούρα. Δυνατή μουσική. Ζεστή νύχτα του Ιούλη. Κόσμος που διασκεδάζει. Βλέμματα  χαμένα στο αλκοόλ, σε ανομολόγητες επιθυμίες, κορμιά που ψευτολικνίζονται στους ρυθμούς της μουσικής. Γυναίκες ντυμένες στην τρίχα, άνδρες που ψάχνονται και ανάμεσα σε όλον αυτόν το συρφετό εγώ και ο Θάνος στην μπάρα να πίνουμε, να τους κοιτάμε και να κουβεντιάζουμε.

-«Σήμερα είναι η επέτειος του Γιάννη ε»…μου το είπε σαν να ήταν ένα απλό καθημερινό γεγονός. Σαν να μου έλεγε ότι πήγε το πρωί για ψώνια…

-«26 δεν είναι;» τον ρώτησα και εγώ στο ίδιο στυλ…

-«Όχι … 23» μου είπε…

Δεν έφερα αντίρρηση. Ποτέ δεν ήμουν καλός στις ημερομηνίες. Και μπορώ να πω ότι έχω αισθανθεί πολύ άσχημα για αυτό… Ενίοτε έχω ξεχάσει γενέθλια, γιορτές, επετείους… τις απεχθάνομαι γιατί μου βγάζουν κάτι το αυταρχικό…το τυπικό…και δεν γουστάρω τα τυπικά…

Τώρα πια είμαι σπίτι και σκέφτομαι ότι ποτέ δεν έχω αναφέρει πώς γράφτηκε αυτό το τραγούδι. 9 χρόνια έχουν περάσει και δεν έχω αναφέρει την ιστορία. Οι φίλοι την γνωρίζουν… Ήταν νύχτα και με είχε πάρει τηλέφωνο τότε ο Γιάννης να με ρωτήσει αν θέλω να βγούμε βόλτα… εγώ βαριόμουν…οπότε μου είπε «δεν πειράζει ρε φίλε…άλλη φορά…δεν έγινε και τίποτα».

Αυτή η άλλη φορά δεν ήρθε και δεν θα έρθει ποτέ.

Μεσημέρι. Στις ειδήσεις αναφέρθηκε ότι ένα καναντέρ είχε συντριβεί στην προσπάθεια κατάσβεσης της πυρκαγιάς που λάμβανε χώρα στην Εύβοια… οι πιλότοι ήταν νεκροί. Εγώ εκείνη την στιγμή άνοιγα το ψυγείο οπότε από εκείνο το απόγευμα θυμάμαι να ανοίγω το ψυγείο (τι άσχετες ενέργειες μένουν για πάντα στην μνήμη μας όταν συνδέονται με δυνατά γεγονότα!), να ακούω την είδηση και να λέω από μέσα μου «έχει γούστο…ο Γιάννης πετάει στην Εύβοια»… μετά από λίγο ξεκίνησαν τα τηλέφωνα που επιβεβαίωσαν τη μακάβρια πληροφορία…

Τι άλλο θυμάμαι μετά; Να πηγαίνω στο γραφείο της Μαρίας και εκείνη να μην μπορεί να το πιστέψει, να τρέμει. Θυμάμαι, την νύχτα στην Ολύμπου να τα πίνω με την παρέα, τα «τσακάλια», να κοιτάμε τον ουρανό και στο τραπέζι μας, χωρίς να το θέλουμε είχε μείνει μία καρέκλα κενή… Θυμάμαι να πηγαίνω την άλλη μέρα στο αεροδρόμιο, μαζί μου η μάνα μου και είχα βάλει το the division bell των Pink Floyd…δεν μπορώ ποτέ χωρίς μουσική και ήταν ότι πιο πένθιμο και «πρέπον» μπορούσα να βάλω τότε…εκείνη η καμπάνα του high hopes χτυπούσε τόσο ρυθμικά και η μάνα μου δεν άντεχε να την ακούει…θυμάμαι την παλιά γειτονιά στην Παναγία Φανερωμένη γεμάτη κόσμο…παρέλαση…θυμάμαι ένα φέρετρο κλειστό…θυμάμαι πολιτικούς, την ορχήστρα του στρατού…κλάματα…τον Φάνη να καπνίζει και να κοιτά…θυμάμαι το νεκροταφείο…τη στιγμή της ταφής..τη στιγμή που όλοι πετούσαμε κάτι μέσα στο χώμα…εγώ του πέταξα μια πένα που είχα πάρει από τη συναυλία του Bruce Dickinson…είχε την επιγραφή «as above so below»…

 

Τότε ηχογραφούσαμε τον λευκό δίσκο…τα κομμάτια είχαν οριστικοποιηθεί. Ή έτσι νομίζαμε, γιατί ήρθε αυτό το γεγονός και γέννησε τον «άγγελο». Γιατί «άγγελος»; Γιατί αυτός ο τίτλος;

Μετά την ταφή άρχισα να μαζεύω memorabilia… Το ίδιο πράγμα έμελλε να κάνω και μερικά χρόνια μετά αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που έχει ειπωθεί τον Νοέμβριο… Memorabilia…αναμνηστικά λοιπόν…φωτογραφίες, αποκόμματα εφημερίδων κλπ. Σε ένα άρθρο διάβασα τα λεγόμενα της μητέρας του «Θέλω να μιλήσω για τον άγγελό μου…Είναι ψηλά στον ουρανό. Εκεί που πάντα ήθελε να βρίσκεται. Εκεί όπου πραγματικά αισθανόταν ελεύθερος. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε…για πάντα…» Ο Γιάννης όταν ζούσε ήταν ζωντανός. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω που αναπνέουν αλλά δεν ζουν. Αυτός ζούσε. Εξέλαβα ότι ο θάνατός του ήταν ένα μάθημα, ένα μήνυμα. Ότι θα βρισκόταν κάπου και θα μας παροτρύνει να ζήσουμε… Άγγελος λοιπόν…φύλακας…

Ζήτησα από φίλους και γνωστούς να δημιουργήσουν ρίμες για να φτιάξουμε ένα τραγούδι να τον θυμόμαστε… κάποιοι μπόρεσαν, κάποιοι όχι…Θυμάμαι το υπνοδωμάτιό μου γεμάτο χαρτιά και αποκόμματα να προσπαθώ να συνθέσω ένα τραγούδι φτιάχνοντας ένα παζλ από ρίμες… Θυμάμαι μετά από μήνες να το τραγουδάω στο στούντιο. Στο άλλο δωμάτιο ο Πεντζίκης. Βραδινές ώρες… Κούραση…Edit…Τραγούδι ξανά και ξανά… «Πάμε αγόρι μου μία ακόμα τελευταία φορά»…συνήθως δεν ήταν στοργικός…εκείνη η φράση του όμως μου έχει μείνει ως ανάμνηση…

Τι άλλο θυμάμαι; Θυμάμαι ότι ήθελα να παίξω το τραγούδι στην οικογένειά του…Δεν μπόρεσα. Αντ’αυτού τους πήγα το cd…ντροπή (το ίδιο λάθος δεν το επανέλαβα μετά από χρόνια)…κοιτούσα κάτω ενώ κυριαρχούσε μία πένθιμη σιγή και ήχοι σαν ηφαίστειο που πάει να εκραγεί… Εντάξει το τραγούδι μπορεί να μην είναι και κανένα state of the art για τους περισσότερους αλλά…σε κάποιους λέει κάτι… και αν λέει σε κάποιους κάτι…τότε έχει αξία.

Μακρηγορώ… πού θέλω να καταλήξω…9 χρόνια από τότε… Μάθαμε τίποτα; Τι κάνουμε; Επανήλθαμε στην πραγματικότητα… Ποιά πραγματικότητα;

Άλλαξα… Μετά από μερικά χρόνια ακόμα ένας θάνατος… Ένας θάνατος που με έκανε να πιστεύω ότι οι άγγελοι ζουν στα παραμύθια του μυαλού μας.

 

Ελπίζω και εύχομαι να διαψευσθώ .